τέρτατος

τέρτατος
τέρτᾰτος (cf. τέτρατος.)
1 thirdἅμα πρώτοις ἄρξεται καὶ τερτάτοις (Ahrens: τετράτοις codd.: τερτάτοις . . . recepi, ut formam Homericam τριτάτοισιν aeolice expressam, Schr., cf. von der Mühll, M. H., 1964, 51) O. 8.46

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τέρτατος — άτα, ον, Α (αιολ. τ.) βλ. τρίτατος …   Dictionary of Greek

  • τερτάτοις — τέρτατος masc/neut dat pl τρίτατος in the third place masc/neut dat pl (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρίτατος — άτη, ον, και αιολ. τ. τέρτατος, άτα, ον, Α 1. ο τρίτος («δύο μὲν γενεαὶ... ἀνθρώπων ἐφθίαθ ,...μετὰ δὲ τριτάτοισιν ἄνασσε», Ομ. Ιλ.) 2. (το θηλ. στην αιτ. εν.) τριτάτην στην τρίτη θέση. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκτεταμένος ποιητ. τ. τού τρίτος με επίθημα ατος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”